Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ακουστική της Επιδαύρου

Το μυστήριο της ακουστικής της Επιδαύρου, εξαίρετος ήχος μόνο της Ελληνικής γλώσσας...

Η εξαίρετη ακουστική για την οποία το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου είναι διάσημο, οφείλεται στα πέτρινα εδώλια του (στα καθίσματα των θεατών), καθώς το σχήμα και η διάταξή τους είναι ιδανικά για το φιλτράρισμα των θορύβων χαμηλής συχνότητας, καταδεικνύει η έρευνα ειδικών επιστημόνων. 

Ήδη από τον 1ο π.Χ αιώνα, ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος θαύμαζε το πώς οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαρρυθμίσει τα καθίσματα της Επιδαύρου «σύμφωνα με την επιστήμη της αρμονίας» για να ακούγονται καθαρότερα οι φωνές των ηθοποιών. Ακόμα και ο παραμικρότερος ψίθυρος στη σκηνή του θεάτρου ακούγεται πεντακάθαρα στις τελευταίες θέσεις σε απόσταση 60 μέτρων.
    
Εκτός από τις αρχαίες πηγές, «σύγχρονες ακουστικές έρευνες αποδεικνύουν ότι στα αρχαία θέατρα έχουν εφαρμοστεί βασικές αρχές σχεδιασμού που εξασφαλίζουν ηχοπροστασία, ακουστική ζωντάνια, διαύγεια και καταληπτότητα του θεατρικού λόγου. Μια από τις βασικότερες αρχές είναι η ενίσχυση της φωνής με έγκαιρες, θετικές ηχοανακλάσεις επάνω σε στοιχεία του θεάτρου (δάπεδο ορχήστρας, πρόσοψη κτιρίου σκηνής, λογείο), για την εξασφάλιση ενός φυσικού, αυτοδύναμου (παθητικού) μεγαφώνου, που αναπληρώνει τις ενεργειακές απώλειες, κυρίως στα υψηλότερα καθίσματα του κοίλου».
        
Οι υπολογισμοί τους έδειξαν ότι οι κλιμακωτές θέσεις του θεάτρου λειτουργούν ως ηχητικό φίλτρο, καθώς το σχήμα τους είναι ιδανικό για να καταστέλλει τους ήχους χαμηλής συχνότητας, κύριο συστατικό του θορύβου. Η διάταξη των θέσεων, που θυμίζει τα πάνελ ηχομόνωσης σε σχήμα αυγοθήκης, φιλτράρει τις συχνότητες κάτω από 500 Hertz, όπως το μουρμούρισμα του κοινού και το θρόισμα των φύλλων.
         
Η εξασθένιση των χαμηλών συχνοτήτων επιτρέπει να ακούγονται πλουσιότερες οι φωνές των ηθοποιών, που αποτελούνται κυρίως από υψηλές συχνότητες. Η αφαίρεση των χαμηλών τόνων από τις φωνές δεν δημιουργεί πρόβλημα, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να συμπληρώνει τις συχνότητες που λείπουν – ένα φαινόμενο που αξιοποιείται σε ηχεία μικρού όγκου τα οποία ακούγονται στο αφτί πολύ μεγαλύτερα.
     
Οι ερευνητές παραδέχονται ότι η παρουσία κοινού στο θέατρο πιθανότατα θα άλλαζε την ακουστική του με τρόπο που δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί, λόγω του περίπλοκου σχήματος και της ανομοιογένειας του ανθρώπινου σώματος. Υποστηρίζουν όμως ότι τα συμπεράσματά τους για το θέατρο της Επιδαύρου θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο σχεδιασμό σταδίων με καλύτερη, φυσική ακουστική.
      
Η λέξη Επίδαυρος σημαίνει «Δρα Επί της Αύρας»…
Δεν είναι τυχαία και η ύπαρξη των Ασκληπιείων εκεί, που έχει να κάνει με τον ήχο, την ακουστική, την επίγεια μουσική αρμονία η οποία συγχρονίζεται με την συμπαντική μουσική αρμονία και την ίαση.
     
Η ακουστική λοιπόν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έχει το αξιοπερίεργο, ότι έτσι όπως ακούγονται καθαρά τα Ελληνικά εκεί, δεν μπορούν να ακουστούν άλλες γλώσσες, υπάρχει δηλ. κάποιου είδους συντονισμού του ήχου, της Μαθηματικής Ελληνικής γλώσσας, του χώρου και της ακουστικής, και αυτό γιατί η Ελληνική γλώσσα είναι μουσική γλώσσα.

Γνωστή δε η σχέση μεταξύ μουσικής αρμονίας και των μαθηματικών και των μαθηματικών με την αρμονία του σύμπαντος, όπως επίσης γνωστό είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα η μουσική, η αριθμητική η γεωμετρία και η αστρονομία ήταν αδελφές επιστήμες . 

anixneuseis.gr
Διαδώστε την "Ιδεοπηγή"

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ελληνική γλώσσα: Η ανώτερη μορφή γλώσσας

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα..                                                                            (βιβλίο Γκίνες)
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια.
(Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)
Η Ελληνική και η Κινέζικη, είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
(Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.
Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η ΣΟΦΙΑ
Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.
Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».
Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά .. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!!
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.
Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα:
«Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.
Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Πηγή

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Κλέος, κῦδος, εὖχος στην Ιλιάδα

Το κλέος, παραδοσιακή αρεταλογική αρχή, αναπτύσσεται μέσα από τις σχέσεις του με άλλες, συγγενείς ή αντίθετες, ανταγωνιστικές και συνεργατικές, αρχές και αξίες. Ωστόσο δραματοποιείται και επαναπροσδιορίζεται με ιδιαίτερο κάθε φορά τρόπο, ανάλογα με τα πολεμικά και μεταπολεμικά συμφραζόμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.
Το κεντρικό σκηνικό κατάκτησης του κλέους στην Ιλιάδα είναι το πεδίο της μάχης, όπου η επιλογή του πολεμιστή είναι να σκοτώσει ή να σκοτωθεί. 
Το κλέος καλύπτει και τις δύο πολεμικές εκδοχές μέσα στο έπος, που εγκωμιάζει τόσο το πολεμικό κατόρθωμα του θύτη όσο και κυρίως του θύματος. Προηγούνται αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις όπου το κλέος κερδίζεται με την ήττα του θύματος.
Η πρώτη εφαρμογή νικηφόρου πολεμικού κλέους στην Ιλιάδα εντοπίζεται στο πλαίσιο της αριστείας του Διομήδη, όπου από την αρχή της δηλώνεται ότι η θεά Αθηνά δίνει στον κρατερό Αχαιό μένος και θάρσος για να κατακτήσει κλέος ἐσθλόν («δόξα μεγάλη», Ε 3). Στην κορύφωση της πολεμικής του ορμής ο Διομήδης έρχεται αντιμέτωπος με τον Πάνδαρο και τον Αινεία - σύγκρουση που την απεύχεται έντρομος ο συμπολεμιστής του Σθένελος και προτείνει υποχώρηση. 
Ο Διομήδης αρνείται να υποχωρήσει και αντιπροτείνει το εξής σχέδιο: στην περίπτωση που η πολύβουλη Αθηνά δώσει στον ήρωα κῦδος («δόξα», Ε 260) και εξοντώσει τους δύο αντιπάλους του, ο Σθένελος καλείται να αρπάξει αμέσως τα θεϊκής καταγωγής άλογα του γιου του Αγχίση, φέρνοντάς τα στο στρατόπεδο των Αχαιών. Έτσι οι δύο Αχαιοί ήρωες, λέει ο Διομήδης, θα κερδίσουν κλέος ἐσθλόν («δόξα μεγάλη», Ε 273).
Κῦδος και κλέος, αν και μπορεί να μεταφράζονται ως «δόξα», διαφέρουν ως προς την πρωτότυπη σημασία τους. 
Το κῦδος αναφέρεται στην πράξη του πολεμικού κατορθώματος· είναι παροντική, εφήμερη κατά κάποιον τρόπο δόξα, που διατηρείται όσο ο νικητής πολεμιστής βρίσκεται στη ζωή. 
Έτσι ο Αχιλλέας, όταν με την υποστήριξη της Αθηνάς εξοντώνει τον θείο Έκτορα, θριαμβολογεί: «πήραμε μεγάλη δόξα» (ἠράμεθα μέγα κῦδος, Χ 393). 
Αντίθετα, το κλέος αναφέρεται στον λόγο· είναι τελική κατάσταση, που κερδίζεται κυρίως στο μέλλον ως ανταμοιβή για ένα προσωπικό κατόρθωμα του ήρωα (ζωντανού ή και νεκρού), ακόμη και μιας ηρωίδας, και συντηρείται ως υστεροφημία μέσα από το στόμα των άλλων. 
Εξάλλου, το κῦδος κερδίζεται αποκλειστικά για τον ήρωα, ενώ το κλέος εξασφαλίζεται τόσο για τον ίδιο όσο και για τους δικούς του. 
Με την αριστεία τους οι πολεμιστές δικαιώνουν τη φήμη και των προγόνων τους και, τηρώντας τις συμβουλές τους για υπεροχή στη μάχη, επιδιώκουν να κερδίσουν, όπως ο Έκτορας και ο Τεύκρος, μεγάλη δόξα (μέγα κλέος, Ζ 446) και καλή φήμη (ἐϋκλείη, Θ 285), τόσο για τους ίδιους όσο και για τον πατέρα τους.
Τα άλογα, μαζί με το άρμα, ως λάφυρα, όταν μάλιστα έχουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά, αποτελούν δελεαστικό κίνητρο διακινδύνευσης του ιλιαδικού ήρωα και, συνοδεύοντας την εξόντωση του θύματος, είναι σήμα νίκης που επαυξάνει την τιμή του. 
Ο Δόλωνας, για παράδειγμα, δέχεται να περάσει, μέσα στη σκοτεινή νύχτα, στις γραμμές των Αχαιών, για να κατασκοπεύσει τις προθέσεις τους, με αντάλλαγμα τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα που του υπόσχεται έμμεσα ο Έκτορας (Κ 305 κ.ε., 391 κ.ε.). 
Σύντομα όμως ο ματαιόδοξος τρωαδίτης ήρωας βρίσκει άθλιο τέλος από τους δύο αντίπαλους κατασκόπους, τον Διομήδη και τον Οδυσσέα. 
Στη συνέχεια, οι δύο Αχαιοί, επιδιώκοντας τη μεγάλη και απέραντη δόξα (μέγα […] ὑπουράνιον κλέος, Κ 212) που τους έχει υποσχεθεί μαζί με δώρα ο Νέστορας, δολοφονούν, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς, τον επίκουρο των Τρώων Ρήσο και τους συμπολεμιστές του, αρπάζοντας τα πανέμορφα και φοβερά άλογα του θράκα βασιλιά (Κ 435 κ.ε., 545 κ.ε.), τα οποία και φέρνουν ως έπαθλο της νίκης τους στο στρατόπεδο των Αχαιών.
Άμεσα ή έμμεσα η αρπαγή αλόγων ως πηγή κλέους είναι ανάλογη με την πράξη της απογύμνωσης του νεκρού πολεμιστή από τα όπλα του: πέρα από τη χρηστική ή τη συμβολική τους αξία και σημασία, και οι δύο ενέργειες λειτουργούν καταρχήν ως ορατό σήμα θριάμβου του νικητή σε σχέση με τον σωματικό αφανισμό του θύματος. 
Τα όπλα εξάλλου ονομάζονται κλυτά, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μια ασπίδα, όπως του γέροντα Νέστορα, έχει κλέος που «φτάνει μέχρι τον ουρανό» (οὐρανὸν ἵκει, Θ 192) - υπερθετικός χαρακτηρισμός, ο οποίος στην Οδύσσεια επιφυλάσσεται για το διάσημο τραγούδι (θ 74) και τη φήμη των συζύγων της Ιθάκης, του Οδυσσέα και της Πηνελόπης (ι 20, τ 108).
Το ευρύτερο λεκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πολεμιστής διακηρύσσει την προσδοκία της κατάκτησης του πολεμικού του κλέους είναι το κατά κανόνα θεόδοτο εὖχος (καύχημα και έπαρση της πολεμικής ανωτερότητας). 
Ο Έκτορας αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Αχιλλέα αφήνοντας στη βουλή του Δία την έκβαση της μονομαχίας (Χ 130). 
Λέει:
Ας δούμε σε ποιον από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος δόξα [εὖχος].
Αν ο τρωαδίτης ήρωας εξοντώσει τον Αχιλλέα, τότε θα μπορεί ο ίδιος να καυχιέται (εὔχεται) για την πολεμική του ανωτερότητα στη μάχη. Γενικότερα, όταν ο πολεμιστής μπορέσει να κλείσει τα στόματα των άλλων, ώστε κανείς να μην κομπάζει πλέον για κάποια πολεμική του υπεροχή, τότε μπορεί να εξασφαλίσει αυτός μέσα στην κοινότητά του κλέος για κάποια πολεμική του δεξιοσύνη. 

Παράδειγμα ο τρωαδίτης Πάνδαρος, μπροστά στον οποίο κανείς Λυκιώτης δεν καυχιέται (εὔχεται, Ε 173) πως είναι ανώτερός του στο τόξο. 
Στην πλοκή κάποτε της Ιλιάδας, όπως συμβαίνει με το κῦδος και το κλέος, το εὖχος, ενταγμένο στη ρητορική της πολεμικής σύγκρουσης, έχει ειρωνικό χαρακτήρα, που προετοιμάζει τη μετακίνηση του πολεμιστή από υποψήφιο θύτη σε θύμα.

Πρόσθετα σήματα πολεμικού κλέους δραματοποιούνται στη μάχη που δίνεται γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου στη δέκατη έβδομη ραψωδία, που εξελίσσεται σε αριστεία του Μενελάου. 
Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός, ντυμένος προφανώς ακόμη τα θεϊκά όπλα του Αχιλλέα, ενώ ο τρωαδίτης Εύφορβος -πρώτος θνητός μετά τον Απόλλωνα που τον πλήγωσε πισώπλατα- διεκδικεί τα όπλα. Προκαλεί έτσι τον Μενέλαο, που στέκεται πάνω από τον νεκρό συμπολεμιστή του αποτρέποντας τη σκύλευσή του (Ρ 12-17):
Γιε του Ατρέα, διόθρεφτε Μενέλαε, αρχηγέ του στρατού, κάνε πίσω, παράτησε το νεκρό και άφησε τα ματωμένα λάφυρα· γιατί κανένας από τους Τρώες και τους ένδοξους επίκουρους δε χτύπησε πριν από μένα με το δόρυ του τον Πάτροκλο μέσα στη δυνατή μάχη· γι᾽ αυτό άφησέ με να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν] μέσα στους Τρώες, μη σε χτυπήσω και σου πάρω τη γλυκιά ζωή.
Το κλέος ἐσθλόν που διεκδικεί με την αφαίρεση των όπλων του Αχιλλέα ένας όχι και τόσο σημαντικός ήρωας, τον οδηγεί στον θάνατο. 

Η απειλή του Εύφορβου εκλαμβάνεται ως ανόητη καυχησιολογία από τον Μενέλαο, που τον εξοντώνει αμέσως και επιχειρεί να αφαιρέσει τα κλυτά του όπλα. Η επαπειλούμενη σκύλευση του Εύφορβου από τον Μενέλαο προοιωνίζεται την αρπαγή της πανοπλίας του Πατρόκλου από τον Έκτορα. 
Τα κλυτά όπλα του Αχιλλέα περνούν τελικά στον τρωαδίτη ήρωα (Ρ 125) που όμως, κυνηγημένος από τον Αίαντα, καταφεύγει μέσα στο κάστρο, δίνοντας τα όμορφα όπλα του Αχιλλέα στους Τρώες, για να τα φυλάξουν ως ανάμνηση της μεγάλης δόξας του (μέγα κλέος, Ρ 131). 
Ο ακροατής γνωρίζει ότι το μέγα κλέος του τρωαδίτη ήρωα δεν θα πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον μ᾽ αυτό τον τρόπο. Ο Γλαύκος, βλέποντας τον Έκτορα μέσα στο κάστρο της Τροίας, ειρωνεύεται το καλό του όνομα (κλέος ἐσθλόν, Ρ 143) και τον κατηγορεί για δειλία. Ο Έκτορας τότε αντιδρά στον ψόγο: δίνει τα δικά του όπλα στους Τρώες να τα φυλάξουν στο Ίλιο και παίρνει πίσω τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, τα οποία και φορά διεκδικώντας με καυχησιολογίες την ανάκτηση του σώματος του Πατρόκλου. Υπόσχεται μάλιστα σε όποιον τον βοηθήσει ότι θα μοιραστεί μαζί του λάφυρα και κλέος (Ρ 232).
Ήδη ωστόσο η χειρονομία του Έκτορα να αφαιρέσει από τον Πάτροκλο τα όπλα του Αχιλλέα, για τον Δία, που ελεεινολογεί τη μοίρα του Έκτορα, σηματοδοτεί τη στέρηση του νόστου του: 
η Ανδρομάχη δεν θα δεχτεί από τον άντρα της τα κλυτά όπλα του γιου του Πηλέα (Ρ 207-208). Το κλέος της νίκης, που διεκδικεί ο τρωαδίτης ήρωας, θα τον οδηγήσει σύντομα στο κλέος του δικού του θανάτου. Εξάλλου, τα ἄμβροτα όπλα, παραδομένα από τους ολύμπιους στον Πηλέα, είχαν αποκλειστικό κληρονόμο τους τον γιο του γέροντα, τον Αχιλλέα, που επίσης τώρα, όπως ο Έκτορας, δεν θα ζήσει για να τα χαρεί μέχρι τα γηρατειά του (Ρ 194-197). Στη δυσαρέσκεια του Δία απέναντι στην υπερβολική συμπεριφορά του Έκτορα εμπλέκονται, εκτός από τα ἄμβροτα όπλα, και τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. 
Όταν αυτά θρηνούν ακίνητα, σαν αμετακίνητη επιτύμβια στήλη, την απώλεια του ηνιόχου τους, ο Δίας, συμπονώντας τα, δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει να εκδηλωθεί σε βάρος τους μια νέα αδικία από τον Έκτορα.
Λ. Πόλκας

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Η Τελειότητα της «Κυριακής Προσευχής»

* Είναι ένα κείμενο που θα μπορούσε, με επικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, να χαρακτηρισθεί ως «ιδανικό» *
Η ανάγκη επικοινωνίας τού ανθρώπου με τον Θεό (όποιον θεό πιστεύει), η ανάγκη τής προσευχής, είναι από πολύ παλιά γνωστή στον άνθρωπο και εμφανίζεται στις γλώσσες των περισσοτέρων λαών. 
Στην Ελληνική η λέξη προσεύχομαι (απευθύνω ευχή, αίτημα ή παράκληση προς τους θεούς) πρωτοαπαντά στον Αισχύλο, ενώ ως τεχνικός όρος η λέξη προσευχή μαρτυρείται πολύ αργότερα στην Αγία Γραφή, στο κείμενο τής Παλαιάς Διαθήκης και ­ με ιδιαίτερο βάρος και βάθος ­ στο κείμενο τής Καινής Διαθήκης. Δεν έχω, δυστυχώς, τον επιστημονικό θεολογικό οπλισμό, για να ερμηνεύσω το βαθύτερο περιεχόμενο, το δογματικό νόημα και τη σημασία που έχει στην ορθόδοξη, ιδίως, παράδοση η έννοια τής προσευχής. Αυτό που ακροθιγώς επιχειρώ να δείξω εδώ, στο θεωρητικό πλαίσιο μιας κειμενογλωσσικής ανάλυσης που ανάγεται στον Roman Jakobson, είναι η γλωσσική δομή τής Κυριακής Προσευχής, όπως μας παραδίδεται από το Ευαγγέλιο (Ματθ. 6, 9-13 και Λουκ. 11, 2-4), την οποία θεωρώ ως ιδανικό κείμενο. 
Κατά το κείμενο τού Ευαγγελίου, την παραδίδει ο ίδιος ο Κύριος στους ανθρώπους (εξ ου και «κυριακή» προσευχή), λέγοντας «ούτως ουν προσεύχεσθε υμείς» και συνοδεύοντάς την μ' ένα πολύ διδακτικό ηθικό αλλά και γλωσσικό σχόλιο: «Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε, ώσπερ οι εθνικοί. δοκούσι γαρ ότι εν τη πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται. μη ουν ομοιωθήτε αυτοίς. οίδε γαρ ο πατήρ υμών ων χρείαν έχετε προ τού υμάς αιτήσαι αυτόν» (Ματθ. 6, 7-9).
Εξ ορισμού ως προσευχή, ως κείμενο ευχών και αιτημάτων / παρακλήσεων, το κείμενο τής κυριακής προσευχής (γνωστό και ως «Πάτερ ημών») λειτουργεί μ' έναν κεντρικό μηχανισμό τής γλώσσας, την τροπικότητα. Είναι ο μηχανισμός τής γλώσσας που, άλλοτε γραμματικοποιημένος (με τη μορφή των εγκλίσεων τής Προστακτικής, τής Υποτακτικής και τής Ευκτικής, όπως συμβαίνει στην αρχαία ελληνική γλώσσα) και άλλοτε λεξικοποιημένος (με «δείκτες τροπικότητας», όπως τα ας, να και θα στη Νέα Ελληνική), χρησιμοποιείται από τον ομιλητή τής Ελληνικής για επικοινωνιακές ανάγκες όπως η έκφραση επιθυμίας, ευχής, παράκλησης, προτροπής, προσταγής, απαγόρευσης, απειλής κ.τ.ό.
Το κείμενο τής Κυριακής Προσευχής είναι υπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας και ευθυβολίας. 
Περιλαμβάνει: 
α) μια επίκληση προς τον Θεό, εκφρασμένη με την πτώση τής επίκλησης, την κλητική, με την οποία και αρχίζει: 
Πάτερ ημών... 
β) τρεις ευχές / επιθυμίες, εκφρασμένες με τριτοπρόσωπους μονολεκτικούς τύπους τής κατεξοχήν τροπικής έγκλισης, τής Προστακτικής: αγιασθήτω - ελθέτω - γενηθήτω... και γ) τρία αιτήματα / παρακλήσεις, εκφρασμένα με τους κατεξοχήν τύπους Προστακτικής, τους τύπους τού β' προσώπου: δος - άφες - μη εισενέγκης, αλλά ρύσαι...
Κάθε ευχή και κάθε αίτημα εξειδικεύεται (η εξειδίκευση αποτελεί έναν άλλο κεντρικό μηχανισμό τής γλώσσας) με τα πιο άμεσα και απαραίτητα στοιχεία. 
Οι τρεις ευχές μ' ένα ομοιόμορφο ονοματικό υποκείμενο: αγιασθήτω ­ το όνομά σου, ελθέτω ­ η βασιλεία σου, γενηθήτω ­ το θέλημά σου. Τα τρία αιτήματα με δύο συμπληρώματα (προσώπου και πράγματος) στο κάθε ρήμα τους: δος ­ ημίν τον άρτον, άφες ­ ημίν τα οφειλήματα ημών, μη εισενέγκης ­ ημάς εις πειρασμόν και ρύσαι ­ ημάς από τού πονηρού (εις πειρασμόν και από τού πονηρού είναι εμπρόθετα συμπληρώματα / αντικείμενα).
Περαιτέρω, λιτή πάντοτε, εξειδίκευση γίνεται με ελάχιστες αναφορές τόπου, χρόνου και τρόπου: πάτερ ημών ­ ο εν τοις ουρανοίς (εξειδίκευση τόπου), γενηθήτω το θέλημά σου ­ ως εν ουρανώ και επί τής γης (εξειδίκευση τόπου), δος ημίν σήμερον τον άρτον ημών τον επιούσιον (εξειδίκευση χρόνου), άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ­ ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών (εξειδίκευση τρόπου).
Το περιεχόμενο τού κειμένου κλιμακώνεται νοηματικά: προηγούνται οι ευχές και ακολουθούν τα αιτήματα. 
Ξεκινάει με ό,τι αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό, για να περάσει μετά στα αιτήματα. Κι εδώ κλιμάκωση, από τα υλικά στα πνευματικά αιτήματα: τα προς το ζην ­ άφεση αμαρτιών ­ προστασία από τον πειρασμό. 
Γλωσσικά σε όλο το κείμενο κυριαρχεί και προβάλλεται το ρήμα: αγιασθήτω, ­ ελθέτω, ­ γενηθήτω, δος, ­ άφες, ­ μη εισενέγκης, ­ ρύσαι. Κυριαρχούν και προτάσσονται οι ευχές και τα αιτήματα. Η εξειδίκευσή τους επιτάσσεται, τα υποκείμενα δηλαδή και τα αντικείμενά τους (με εξαίρεση το αντικείμενο τού δος).
Συμπέρασμα. Το κείμενο τής κυριακής προσευχής είναι ένα κείμενο που θα μπορούσε, με επικοινωνιακά - γλωσσικά κριτήρια, να χαρακτηρισθεί ως «ιδανικό». Είναι λιτό, γιατί περιορίζεται σε βασικές πληροφοριακές δομές (επίκληση ­ ευχές ­ αιτήματα), σε εξίσου βασικές εξειδικευτικές πληροφορίες (ονοματικά υποκείμενα στις ευχές ­ διπλά ονοματικά συμπληρώματα στα αιτήματα) και σε ελάχιστες εξειδικεύσεις χρόνου, τόπου και τρόπου. 
Με μια εντυπωσιακή οικονομία γλωσσικών μέσων ­ στο κείμενο χρησιμοποιείται μόνο Προστακτική, με εξαίρεση τη μοναδική διαπιστωτική ρηματική δήλωση, την Οριστική αφίεμεν ­ επιτυγχάνεται μια ουσιαστική, καίρια και γνήσια μορφή επικοινωνίας, χωρίς ρητορείες, επιτηδεύσεις και περιττό λεκτικό φόρτο. 
Η συμμετρία και η έντονα αισθητή επανάληψη των ίδιων συντακτικών και μορφολογικών δομών (το γνωστό φαινόμενο τού «παραλληλισμού»), που φάνηκε ελπίζω έστω και αμυδρά στη σύντομη ανάλυσή μας, εξασφαλίζει στο κείμενο τής κυριακής προσευχής αίσθηση ρυθμού και μέτρου (που δεν θίξαμε εδώ), γεγονός που οδηγεί στην εύκολη πρόσληψη και μνημονική ανάκληση τού κειμένου. 
Πρόκειται για ένα θαυμαστό, τέλειο στην απλότητα και τη βαθύτητά του κείμενο, που δείχνει ανάγλυφα την εκφραστική δύναμη, στην οποία μπορεί να φθάσει η γλώσσα τού ανθρώπου, απόρροια τής ιδιότητας που μοιράζεται «κατά χάριν» ο άνθρωπος με τον Θεό, απόρροια τού πνεύματος.

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 53, 26/8/2001

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Τέλλος ο Αθηναίος

«Τούτου ένεκα και διά να περιηγηθή διαφόρους τόπους ο Σόλων αποδημήσας ήλθεν εις την Αίγυπτον προς τον Άμασιν, και κατόπιν εις τας Σάρδεις προς τον Κροίσον. Φθάσας ενταύθα εξενίσθη υπό του Κροίσου εις τα ανάκτορα• την τρίτην δε ή την τετάρτην ημέραν, υπηρέται τινές, κατά διαταγήν του Κροίσου, περιέφερον τον Σόλωνα μεταξύ των θησαυρών και τω έδειξαν όλα όσα ήσαν μεγάλα και πολυτελή. Αφού δε εθεάσατο και ηρεύνησε τα πάντα ανέτως, ηρώτησεν αυτόν ο Κροίσος ως ακολούθως• «Ω ξένε Αθηναίε, η μεγάλη φήμη της σοφίας σου και των περιηγήσεών σου έφθασε μέχρις ημών• ηξεύρομεν ότι φιλοσοφών περιήλθες μέγα μέρος της γης διά να γνωρίσης τον κόσμον. Επιθυμώ λοιπόν να σε ερωτήσω ποίος εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους είδες είναι ο μάλλον ευδαίμων.» Ταύτα δε ηρώτα ο Κροίσoς διότι επίστευεν ότι ήτο ευδαιμονέστατος πάντων. Αλλ' ο Σόλων, χωρίς να τον κολακεύση παντάπασιν, αλλά λέγων την αλήθειαν, απεκρίθη• «Ο Τέλλος ο Αθηναίος, βασιλεύ.» Εκπλαγείς ο Κροίσος διά την τοιαύτην απόκρισιν, τω είπε με περιέργειαν• «Πόθεν εικάζεις ότι ο Τέλλος είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων;» Ο δε Σόλων απεκρίθη• «Πρώτον διότι ο Τέλλος, ζων εις ευτυχούσαν πατρίδα, εγέννησε παίδας ωραίους και εναρέτους, και εξ όλων τούτων είδε να γεννηθώσι τέκνα τα οποία έζησαν όλα• δεύτερον διότι και κατάστασιν αρκετήν είχε δι' Έλληνα ενόσω έζη και η τελευτή του βίου του εγένετο λαμπροτάτη. Διότι εις μάχην τινά των Αθηναίων προς τους αστυγείτονάς των της Ελευσίνος, πολεμήσας και αυτός και τρέψας τους εχθρούς εις φυγήν, απέθανεν ενδόξως• οι δε Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσίαις δαπάναις εκεί όπου έπεσε και τον ετίμησαν πολύ.» (Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίον Α, 30)

Άγγελος Π. Σακκέτος

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Laurent Pernot: Η σύγχρονη κοινωνία έχει ανάγκη τα Ελληνικά!

Η ελληνική γλώσσα, «το βιολί της ανθρωπότητας», όπως την χαρακτηρίζει η Αμερικανίδα συγγραφέας, Έλεν Κέλλερ*, υπήρξε ανέκαθεν το όργανο ανάπτυξης και διάδοσης του ελεύθερου πνεύματος των Ελλήνων, η «κιβωτός» που ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο φυλάσσοντας μέσα της αλλά ταυτόχρονα μοιράζοντας απλόχερα κάθε είδους μεγαλείο…
skel
Εκτός ελλαδικού κράτους δίνεται τεράστιος αγώνας για την διατήρηση και εκ νέου εξάπλωση του ελεύθερου πνεύματος των Ελλήνων, μοναδικού αντίβαρου στον σκοταδισμό της παγκοσμιοποίησης. Εντός των τειχών δυσφημείται και χλευάζεται από δήθεν «μορφωμένους»… Οι σύγχρονοι ψευτο-προοδευτιστές εφευρίσκουν συνεχώς νέα «κόλπα», προκειμένου να προκαλέσουν ανεπανόρθωτα πλήγματα στον φορέα αυτού του πνεύματος, που δεν είναι άλλος από την ελληνική γλώσσα. Αν μπορούσαν, μάλιστα, όχι μόνο θα την εξαφάνιζαν αλλά θα την έσβηναν παντελώς από την παγκόσμια ιστορία! Γιατί;
Γιατί γνωρίζουν αυτό ακριβώς… Τον όρο «παγκόσμιος»! Γιατί μόνο αυτός μπορεί να περιγράψει την πορεία της… Γιατί η Ιατρική, η Φιλοσοφία, η Ιστορία, η Αρχαιολογία, η Φυσική, τα Μαθηματικά, οι Τέχνες και κάθε τομέας της ανθρώπινης διανόησης το αποδεικνύει, κατακλυσμένος από τον χείμαρρο των λέξεων της.
Γιατί αυτή υπήρξε η βάση όλων των υπολοίπων γλωσσών. Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να την παραγκωνίσουν, να την αλλοιώσουν και να την εξαφανίσουν, πάντα θα υπάρχουν φωνές (και δυστυχώς κυρίως εκτός Ελλάδας) που θα την κρατούν ζωντανή και θα βροντοφωνάζουν την παγκόσμια εμβέλεια και συμβολή της.
Ένας εξ αυτών και ο Ελληνιστής Γάλλος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου, τέως πρόεδρος της Διεθνούς εταιρείας της Ιστορίας της ρητορικής (International Society for the History of Rhetoric ) και ακαδημαϊκός Laurent Pernot, ο οποίος σε συνέντευξή του στην Διδάκτορα Κλασσικής Φιλολογίας, Αλεξάνδρα Δήμου για την θέση της ελληνικής παιδείας στην Ευρώπη, μεταξύ άλλων δήλωσε:
«η Ευρώπη οφείλει ένα τεράστιο χρέος στην Ελλάδα τόσο στον χώρο της διανόησης  όσο και του πολιτισμού (…)Eίναι σαφές πως οι Ευρωπαίοι πολίτες παραμένουν συνδεδεμένοι με τα ελληνικά, αν κρίνουμε από την επιτυχία που γνωρίζουν βιβλία αφιερωμένα στην αρχαία ελληνική σκέψη ή ακόμη από την επισκεψιμότητα των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα. Υπάρχει ακόμη μία επιθυμία για τα ελληνικά στην κοινωνία της Ευρώπης.
pernot
Ο Laurent Pernot με το ξίφος του ακαδημαϊκού
Στην περίπτωση των χωρών την Δύσης, αυτή η δραστηριότητα περιλαμβάνει υποχρεωτικά τα ελληνικά και μάλιστα σε περίοπτη θέση. Η Ελλάδα μας προσφέρει τις πολιτισμικές αναφορές στους τομείς της αισθητικής του ωραίου της διανόησης και της πολιτικής,  χωρίς τις οποίες οι πολίτες θα αδυνατούσαν να κατανοήσουν τον πολιτισμό μας. Προσφέρει τις ρίζες, την παράδοση, τη μνήμη κι αυτό είναι χρήσιμο σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιδιώκει  όλο και περισσότερο την ένωση και τη συνεργασία των πολιτών της. Αυτές τις ρίζες τις βλέπουμε κιόλας στο λεξιλόγιο : το ίδιο το όνομα της Ευρώπης κατ΄αρχήν είναι ελληνικό, όπως και οι λέξεις «δημοκρατία», «πολιτική», «οικονομία», «ιστορία», «φιλοσοφία», «θέατρο», «μαθηματικά», «βιολογία» κ.τ.λ., που έχουν περάσει στις ευρωπαϊκές γλώσσες.  Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ευρωπαίοι χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις που προέρχονται από τα ελληνικά για να ονομάσουν τους πιο σημαντικούς τομείς στη ζωή τους. Αυτές οι λέξεις δεν είναι απολιθώματα, αντιθέτως περιγράφουν έναν τρόπο συμβίωσης των ανθρώπων στο παρόν και το μέλλον».
Την ίδια στιγμή που τέτοιοι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής τους στην έρευνα, εξυψώνουν την ελληνική γλώσσα και μαρτυρούν την τεράστια σημασία της, χωρίς «εθνικιστικά κίνητρα» -για να προλάβουμε μερικούς-, στην Ελλάδα η ίδια αυτή γλώσσα κατακρεουργείται από δήθεν ειδήμονες, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε αθέμιτο μέσο να την ξεριζώσουν από μέσα μας, χαρακτηρίζοντάς την ως κάτι το παλιομοδίτικο, το στριφνό και το άχρηστο.
Πρωτεργάτες, άνθρωποι άσχετοι τόσο σε θέματα παιδείας όσο και ιστορίας, οι οποίοι υποστηρίζουν (και σίγουρα όχι από αφέλεια ή ελλιπή γνώση) την αφαίρεσή της από τα σχολεία, καθώς πρόκειται, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, για γλώσσα νεκρή, που δυσκολεύει τα παιδιά και τους προκαλεί σύγχυση.
Ας δούμε ποια είναι η άποψη του καθηγητή Pernot: «Πρέπει η δευτεροβάθμια εκπαίδευση να εξακολουθήσει να προτείνει την αρχαία ελληνική γλώσσα (…)Και αυτό όχι για να δημιουργήσει ειδικούς φιλολόγους αλλά για να δώσει την δυνατότητα σε μαθητές που στην συνέχεια θα προσανατολιστούν σε κάθε είδους επαγγέλματα να γνωρίσουν την αρχαία ελληνική γλώσσα και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Αυτή η επαφή με την ελληνική αλλά και με την λατινική γλώσσα  και γενικά με τις λογοτεχνικές σπουδές είναι σημαντική για την διατήρηση του πολιτισμού στην κοινωνία μας.
Κατά καιρούς επανέρχονται προτάσεις για την κατάργηση των λατινικών και των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση και γίνεται πάντοτε η ίδια συζήτηση : από την μία πλευρά το ωφελιμιστικό επιχείρημα, ότι πρέπει να εξαλείψουμε από τα σχολεία τα μαθήματα που υποπτευόμαστε ότι δε χρησιμεύουν και από την άλλη η δίκαιη αγανάκτηση των εκπαιδευτικών, που βλέπουν στην καθημερινή άσκηση του επαγγέλματός τους την τεράστια συνεισφορά των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών στους μαθητές. Αυτή η συζήτηση προέρχεται από την ανικανότητα κατανόησης. Για να εξέλθουμε πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην κοινή βάση. Για να δημιουργήσουμε μία κοινότητα φωτισμένων  και υπεύθυνων πολιτών (γιατί αυτός είναι ο σκοπός του σχολείου) δεν μπορεί να μην ρίξουμε μια ιστορική ματιά σ΄αυτά που μας ενώνουν και πρώτ΄απ΄όλα στην γλώσσα».
Laurent_Pernot
Η αρχαία ελληνική ΔΕΝ ειναι μία νεκρή γλώσσα αλλά αντιθέτως είναι απαραίτητη στην εποχή μας, καθώς συνιστά το “εισιτήριο” όλων μας στον τεράστιο αυτό πολιτισμό που συνεχίζει να “σημαδεύει” ολόκληρη την υφήλιο…

Εκτός συνόρων δίνεται μεγάλος αγώνας για την διατήρηση της γλώσσας μας από ανθρώπους, τους οποίους, όπως ήταν αναμενόμενο, το ελληνικό κράτος αφήνει παντελώς ανεκμετάλλευτους. Ευτυχώς για εμάς, όμως, υπάρχουν τέτοιοι επιστήμονες που κρατούν άσβεστη την φλόγα του Ελληνισμού.
Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;
Να μην «μασάμε» στην προπαγάνδα των καιρών που θέλει να αφανίσει καθετί ελληνικό, αλλά αντιθέτως να ερευνάμε, αντιμετωπίζοντας κριτικά ό,τι ακούμε, γιατί μόνο έτσι θα προσεγγίσουμε την αλήθεια.
Ίσως κάποιος να νοιώσει μόνος του σε όλο αυτό.. Και το πιο πιθανό να χαρακτηριστεί γραφικός. Αλλά ας θυμάται αυτό που είχε πει  ο Μαχάτμα Γκάντι: «Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς»!
Γιατί αρκεί μία σπίθα για να «θεριεύσει» η φλόγα!

Στο βίντεο που σας παραθέτει αποκλειστικά το ΠΥΓΜΗ.gr και το οποίο επιμελήθη η Διδάκτωρ Αλεξάνδρα Δήμου, ο παγκοσμίως διακεκριμένος φιλόλογος δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά πως οι απανταχού Ελληνιστές πρέπει να παραμείνουν σε επαγρύπνηση, ώστε να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική γλώσσα, την οποία, όπως αναφέρει, χρειάζονται, ώστε να κατανοήσουν την κληρονομιά της χώρας τους.  Σε αυτήν τους την προσπάθεια χρειάζονται όσο το δυνατόν περισσότερους «συνοδοιπόρους» και για τον λόγο αυτό απευθύνονται σε νέους ανθρώπους, καλώντας τους να συμβάλλουν στο δύσκολο έργο τους.

Όποιος, επομένως, επιθυμεί να ταξιδέψει στο Στρασβούργο ή σε συνεργαζόμενα με αυτό Πανεπιστήμια στην Ευρώπη ας ακολουθήσει τα παρακάτω links.


Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου http://www.unistra.fr/index.php?id=accueil
Τμήμα φιλολογίας http://www.unistra.fr/index.php?id=275
www.classicalsace.unistra.fr/

ΠΥΓΜΗ.gr
------------------------------------------- 
* Σημείωση από το Χαμομηλάκι: 

Η Έλεν Κέλλερ, ήταν η κωφή και τυφλή Αμερικανίδα συγγραφέας, λέκτορας και ακτιβίστρια, που ανέλαβε η παιδαγωγός Άννα Σάλιβαν. Η περίπτωσή της διαδόθηκε παγκοσμίως λόγω ενός θεατρικού έργου το οποίο ήταν βασισμένο στην αυτοβιογραφία της, που αναπαριστούσε τις προσπάθειες της Σάλιβαν να αναπτύξει έναν κώδικα επικοινωνίας μαζί της. Έμαθε γερμανικά, ελληνικά και λατινικά. Ήταν το πρώτο άτομο με κώφωση και τύφλωση που αποφοίτησε από πανεπιστήμιο το 1914.
“Just as the wonder-working mantle of the Nautilus changes the material it absorbs from the water and makes it a part of itself, so the bits and pieces of knowledge one gathers undergo a similar change and become pearls of thought,” or, “Greek is the loveliest language that I know anything about. If it is true that the violin is the most perfect of musical instruments, then Greek is the violin of human thought.”

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Η αλήθεια για την ελληνική γραφή «ανατέλλει»…

«Οι Φοίνικες που ήρθαν με τον Κάδμο (…) εισήγαγαν τέχνες στους Έλληνες και μάλιστα και γράμματα που δεν ήταν γνωστά πριν στους Έλληνες, όπως εμένα μου φαίνεται, πρώτα αυτήν την γραφή, την οποία και όλοι οι Φοίνικες μεταχειρίζονται, έπειτα με την πάροδο του χρονου, μαζί με την γλώσσα, μετέβαλαν (οι Φοίνικες) και το είδος των γραμμάτων (τους).  Λένε μάλιστα πως οι Σύριοι εφηύραν τα γράμματα, από αυτούς δε οι Φοίνικες αφού τα έμαθαν, στους Έλληνες τα έδωσαν (…) και για αυτό οι Έλληνες ονομάζουν τα γράμματα φοινικικά, αλλά δεν επινόησαν οι Φοίνικες πρώτοι την γραφή, αλλά την μορφή των γραμμάτων άλλαξαν μόνο και την γραφή αυτή χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι άνθρωποι και γι αυτόέτυχε να τα ονομάσουν όπως είπαμε πριν». (Ηροδότου Ιστορία 5 Τερψιχόρη, Ε58-61, Δ.Σικελιώτη βιβλίον 5ον παρ. 74)
Στα συγκεκριμένα απόσπασματα, στα οποία ο Ηρόδοτος και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης καταγράφουν την άποψή τους για την προέλευση της ελληνικής γραφής, “στηρίζεται”, παραφράζοντάς το, η πλειοψηφία της φιλολογικής και ιστορικής επιστημονικής κοινότητας. Υποστηρίζουν, δηλαδή, πως οι Έλληνες υιοθέτησαν το συγκεκριμένο αλφάβητο από τους Φοίνικες, Σημιτικής καταγωγής. Την άποψη αυτή, που έχουν αναγάγει σε ακλόνητο επιστημονικό δόγμα, έχουν εμπλουτίσει και με την περίφημη εκδοχή περί ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των Ελλήνων.
Είναι όντως όμως έτσι τα πράγματα; Οι Έλληνες πήραν το αλφάβητο από τους Φοίνικες; Και αν ναι, οι Φοίνικες ή Σύριοι ήταν πράγματι Σημιτικής καταγωγής; Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Φοίνικες δεν ανακάλυψαν την γραφή, αλλά την μορφή των γραμμάτων, την οποία μάλιστα  μετέβαλαν, μόλις ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες. Άρα πώς είναι δυνατόν, εάν οι Έλληνες δεν διέθεταν, προ Φοινίκων, γραφή, να επηρρέασαν τους Φοίνικες στην μορφή των γραμμάτων τους;
Ο Αμερικανός ιστορικός Will Durant στο έργο του «Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού» αναφερόμενος στους Φοίνικες γράφει: «και τώρα ποιοι ήσαν αυτοί οι Φοίνικες, των οποίων τα πλοία διέσχιζαν όλας τας θάλασσας; Δεν γνωρίζομεν από πού ήλθον, ούτε πότε ενεφανίσθησαν επί σκηνής του κόσμου. Δεν είμεθα βέβαιοι ότι ήσαν Σημίται. Οι Έλληνες τους ονόμασαν έτσι από την κόκκινην βαφήν που εμπορεύοντο οι έμποροι της Τύρου (…) Έδιναν ακόμη το όνομα φοίνικες εις όσους εχρησιμοποιούσαν άτιμες μεθόδους».
Μία απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα ίσως δίνεται από τον ιστορικό Νόνο, ο οποίος γράφει: «Όταν οι Έλληνες Πελασγοί εκστράτευσαν κατά των Ινδιών το 4000π.Χ. εποίκησαν την Παλαιστίνη και τα παράλια της Συρίας και τα ονόμασαν Φοινίκη (…) οι Κρήτες είχαν εγκαταστήσει, ακόμη, την πρώτη αποικία στην Παλαιστίνη το 5500π.Χ.».
Οι Φοίνικες, ως γνωστόν, εμφανίσθηκαν στον περσικό κόλπο περί του 3000-2000π.Χ., εποχή πολύ μεταγενέστερη από την εμφάνιση των Κρητών και των λοιπών Ελλήνων στην περιοχή. Ο Autran μάλιστα προσπάθησε να αποδείξει ότι οι Φοίνικες αποτελούσαν κλάδο του κρητικού πολιτισμού. Αλλά και ο Α. Έβανς επισημαίνει ότι «τα ελληνικά γράμματα δεν έχουν φοινικική καταγωγή, αλλά αντιθέτως οι Φοίνικες τα παρέλαβαν από τους Αιγαιοκρήτες, αποίκους της Παλαιστίνης».
Επομένως στην εν λόγω περιοχή δεν κατοίκησαν μόνο Φοίνικες Σημιτικής καταγωγής, αλλά και πολλοί άλλοι λαοί με πρώτους τους Έλληνες. Αδιάσειστη ένδειξη αποτελεί και το γεγονός, ότι σε μία περίοδο που ολόκληρη η Ανατολή ήταν οργανωμένη σε ενιαία κράτη, η Φοινίκη αποτελούνταν από πόλεις-κράτη κατά το πρότυπο των ελληνικών πόλεων.
Παίρνοντας ως παράδειγμα, για την περαιτέρω κατανόηση της προαναφερθείσας άποψης, όπως αναφέρει και ο Χ. Λαγός στο βιβλίο του «Ελληνική Γραφή», την ισχύουσα κατάσταση στην Κύπρο, θα διαπιστώσουμε ότι παρόλο που θεωρείται ανεξάρτητο κράτος, στο οποίο κατοικούν Έλληνες Κύπριοι και Τουρκοκύπριοι, όταν αναφερόμαστε στους κατοίκους της, τους αποκαλούμε «Κυπρίους», χωρίς να χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι εννοούμε πάντα τους Έλληνες της Κύπρου. Έτσι πιθανώς και ο Ηρόδοτος αναφέρεται λαούς ελληνικής καταγωγής και θεωρεί αυτονόητη, για την εποχή του, την προέλευσή τους.
Άρα σύμφωνα με τα ως τώρα στοιχεία οι Φοίνικες ήρθαν στην περιοχή και βρήκαν έτοιμη την οργάνωσή της από τους Έλληνες. Ομοιοτρόπως και το αλφάβητο.
Ένα επιπλέον τεκμήριο μη αμφισβητήσιμο είναι τα ομηρικά έπη. Και για να προλάβω μερικούς «καλοθελητές» που θα ισχυριστούν πως τα εν λόγω έπη ανάγονται σε προφορική απαγγελία, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «δ’ ὃ γέ σήματα λυγρά, γράψας ἐν πίνακι πτυκτῷ θυμοφόρα πολλά» (και του έδωσε σημάδια θανατηφόρα, σημειώνοντας σε πινακίδα που δίπλωνε). Το συγκεκριμένο χωρίο οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα πως η τέχνη της γραφής ήταν γνωστή στους Έλληνες. Άλλωστε υπάρχουν πολλοί μελετητές που χρονολογούν τα Τρωϊκά το 2900π.Χ. και τα Ομηρικά Έπη 300 χρόνια αργότερα. Αλλά και ο Απολλόδωρος αναφέρει: «Μίνως δὲ κρήτην κατοικῶν ἒγραψε νόμους». Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Θέληση να υπάρχει για έρευνα πριν από οποιαδήποτε αυθαίρετη άποψη.
Αλλά ας εξετάσουμε και την εκδοχή να εννοεί ο Ηρόδοτος τους Φοίνικες-Σημίτες και όντως οι Έλληνες να έλαβαν την γραφή από αυτούς. Σύμφωνα με την «κρατούσα» περί χρονολόγησης άποψη, οι Φοίνικες έδωσαν το αλφάβητο τον 9ο-8ο αι.π.Χ στους Έλληνες και ο Όμηρος συνέγραψε τα έπη του τον 8οαι. Η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνητών συμφωνεί στο γεγονός ότι οι πληροφορίες που δίνει ο Όμηρος στα έργα του για τον τρωϊκό πόλεμο συμπίπτουν απόλυτα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές που έχουν λάβει χώρα στην περιοχή. Επομένως είτε ο Όμηρος είχε βασιστεί σε προγενέστερες γραπτές μαρτυρίες, ή ήταν άνθρωπος-θαύμα που κατάφερε, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, να τελειοποιήσει την γλώσσα και να την εμπλουτίσει με τέτοιες λέξεις που θα απέδιδαν πιστά και με ακρίβεια την περιγραφή του πολέμου 300 χρόνια μετά το πέρας του.
Ο Νομπελίστας Αρχαιολόγος, Κ. Renfrew αναφέρει: «Η θεωρία της μετανάστευσης του αιγιακού πολιτισμού είναι παντελώς αβάσιμη και αν συνέβη σε μία πολύ περιορισμένη έκταση, είναι φανερό ότι δεν έφεραν κανέναν πολιτισμό μαζί τους. Ο αιγιακός πολιτισμός δημιουργήθηκε εδώ, είναι αυτόνομος και δεν ήλθε απ’ έξω. Είναι δε ο καθαρός πρόγονος του κλασσικού ελληνισμού». Τονίζει μάλιστα ότι η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας άρχισε τουλάχιστον το 6000π.Χ.
Σας παραθέτω ακολούθως μερικά από τα αρχαιολογικά ευρήματα που πιστοποιούν ότι οι Έλληνες είχαν εφεύρει το αλφάβητο πολύ πριν εμφανισθούν οι περιβόητοι Φοίνικες.
-Όστρακο στα Γιούρα Αλοννήσου του 5000-4500π.Χ (σύμβολα που παραπέμπουν σε ελληνικά γράμματα).  Μάλιστα ο Αρχαιολόγος Σαμψών μίλησε για εμφάνιση ενός πολιτισμού, του Αιγαιακού, από το 9000 ως το 4000π.Χ.
-Ξύλινη πινακίδα στο Δισπηλιό Καστοριάς του 5.250π.Χ.
-Θραύσμα πέτρινου έργου τέχνης στην Ινδία του 9.500π.Χ. (βάσει στοιχείων του BBC), κτλ…
Δεν χρειάζεται λοιπόν ιδιαίτερη προσπάθεια, προκειμένου να καταλήξουμε ότι η ελληνική γραφή είναι «γέννημα και θρέμμα» των Ελλήνων. Αρκεί να έχουμε τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά κλειστά και το μυαλό σε εγρήγορση.

Έρευνα για το ΠΥΓΜΗ. gr: Ελένη Γεωργακάκη, Φοιτήτρια Φιλοσοφικής